Βρίσκεστε στο: Κεντρική σελίδα Το έργο της Δισκογραφία Μικρασιάτικα τραγούδια με τη Δόμνα Σαμίου
Μικρασιάτικα τραγούδια με τη Δόμνα Σαμίου
Περιεχόμενα
Τραγούδια
-
1. Όλα μου τα παράτησα
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
2. Τι έχεις Θεονίτσα
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
3. Πέρσι το καλοκαιράκι
Προποντίδα Περισσότερα
-
4. Τα παλαιά μου βάσανα
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
5. Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια
Κωνσταντινούπολη Περισσότερα
-
6. Παραπονιάρικό μου
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
7. Αυτοσχεδιασμός με τοξωτό ταμπουρά
Περισσότερα
-
8. Τω Θεώ τω ποιήσαντι…
Περισσότερα
-
9. Μεθ’ ημών ο Θεός
Περισσότερα
-
10. Καλογριά μαγέρευε
Προποντίδα Περισσότερα
-
11. Πάγω στης Προύσας τα βουνά
Καππαδοκία / Ικόνιο Περισσότερα
-
12. Τσιφτετέλι
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
13. Στείλε με μάνα για νερό
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
14. Σηλυβριανό συρτό
Προποντίδα Περισσότερα
-
15. Η νύφη μας είν' όμορφη
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
16. Αν θέλεις για να παντρευτείς
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
17. Άσπρα φορείς
Προποντίδα Περισσότερα
-
18. Από τα μπεντένια πέφτω
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
19. Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη
Καππαδοκία / Ικόνιο Περισσότερα
-
20. Χορός μαντηλιών
Καππαδοκία / Ικόνιο Περισσότερα
-
21. Ξένε μ’ ξενιτεμένε
Πόντος Περισσότερα
-
22. Σερεανίτσα
Πόντος Περισσότερα
-
23. Κότσαρι
Πόντος Περισσότερα
-
24. Μαύρα μάτια κι αν θελήσω
Μικρά Ασία Περισσότερα
-
25. Γιαννούλα
Προποντίδα Περισσότερα
-
26. Χασάπικο Αρετσούς
Προποντίδα Περισσότερα
- Παραγωγή: Καλλιτεχνικός Σύλλογος Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου
- Τύπος: Ανέκδοτη συλλογή
- Χορηγός: Οργανισμός Μεγάρου Μουσικής Αθηνών
- Χώρα παραγωγής: Ελλάδα
Kείμενα
Η μούσα της Ελληνικής ανατολής
Η μουσική παράδοση των ελληνικών πληθυσμών που από την αρχαιότητα κατοικούσαν στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο της Μικράς Ασίας είναι πλούσια και πολύμορφη. Στα χρόνια που ακολούθησαν τα τραγικά γεγονότα του 1922 διαδόθηκαν στην Ελλάδα, κατά κύριο λόγο, δείγματα της μουσικής και των τραγουδιών από τα αστικά μικρασιάτικα κέντρα, όπως η Σμύρνη, η Πόλη κ.ά. Ωστόσο από τους Έλληνες της Μικράς Ασίας που κατοικούσαν στα δυτικά παράλια – σε ευρύτατη μάλιστα έκταση, από τη Βιθυνία μέχρι τη Λυκία – καθώς και στις περιοχές της κεντρικής ενδοχώρας, προέρχεται και μία κατηγορία τραγουδιών με διακριτά υφολογικά χαρακτηριστικά, που τη διαφοροποιούν από την αστική μουσική παραγωγή. Κι ακόμη έχουμε τη μουσική και τα τραγούδια του μεγάλου όγκου των ποντιακών πληθυσμών, που και αυτά έχουν τα δικά τους μουσικά χαρακτηριστικά, ιδιαιτέρως μάλιστα εκείνα του ανατολικού Πόντου.
Η μουσική αυτή ποικιλία (στην οποία συμπεριλαμβάνουμε και τη μουσική των ετερόγλωσσων τραγουδιών) δεν αποτελεί άθροισμα ετερογενών ιδιωμάτων, αλλά αντιθέτως παρουσιάζει κοινά στοιχεία, άλλοτε λιγότερο κι άλλοτε περισσότερο εμφανή, και πάντως πολύ χρήσιμα στη μουσικολογική έρευνα. Τέτοια στοιχεία είναι, για παράδειγμα, οι ρυθμικές κατασκευές, η μελωδική υπόσταση, ο τρόπος κίνησης του τροπικού μέλους εντός των συγκεκριμένων ήχων που συχνά γίνεται μέσα στα όρια ενός πενταχόρδου, πράγμα ιδιαιτέρως αξιοπαρατήρητο, καθώς αποτελεί ισχυροτάτη ένδειξη για το ότι η καταγωγή αυτής της αντίληψης περί μελοποιίας πρέπει να αναζητηθεί στη λόγια μουσική παράδοση της ορθόδοξης Εκκλησίας.
Αν οι τροπικές συμπεριφορές της παραδοσιακής μουσικής στην άλλη Ελλάδα ανάγονται συχνά, και δικαιολογημένα, στη βυζαντινή μουσική και στο σύστημα της, για τον ιστορικό χώρο της Μικράς Ασίας οι αναγωγές αυτές είναι περισσότερο ισχυρές, αφήνοντας ελάχιστα περιθώρια για την προβολή άλλων υποθέσεων, οι οποίες συχνά υπηρετούν μη επιστημονικές σκοπιμότητες.
Η πολυπολιτισμικότητα του γεωγραφικού αυτού χώρου συνεπάγεται, όπως είναι φυσικό, την ανάπτυξη επιδράσεων ανάμεσα σε διαφορετικούς λαούς, κοινωνίες ή πολιτισμούς, που αποτυπώνονται σε όλες τις εκφράσεις της λαϊκής τέχνης, και φυσικά στη μουσική. Στη μουσική όμως (ιδιαιτέρως των τόπων αυτών) δεν συμβαίνει ακριβώς το ίδιο που συμβαίνει π.χ. στη γλώσσα· οι λαοί, τα φύλα, οι εθνότητες, οι μειονότητες (όχι μόνο της Μικράς Ασίας αλλά και όλης της Βαλκανικής), παρά το ότι μιλούν πολλές και διαφορετικές γλώσσες, έχουν διαφορετικές συνήθειες, τρόπο ζωής και αντιλήψεις, τελικά μοιράζονται όλοι μία μουσική με τις ίδιες η συγγενείς θεωρητικές βάσεις.
Οι μουσικοί πολιτισμοί που αναδύονται από τον 8ο – 9ο αιώνα στην ανατολική Μεσόγειο, ο βυζαντινός και ο αραβικός, στον τομέα της μουσικής παραγωγής έχουν και οι δύο ως σημεία αναφοράς την παράδοση και τη θρησκεία. Έχουν όμως και κοινή την καταγωγή από την αρχαία ελληνική μουσική θεωρία1.
Η συγγένεια βέβαια της βυζαντινής με την αραβική μουσική δεν ταυτοποιεί και τη μουσική πράξη των διαφόρων λαών στον τομέα των καλλιτεχνικών κατακτήσεων ή της έκφρασης. Οι διαφορές τους (στον τομέα της λόγιας δημιουργίας περισσότερο) οφείλονται στις ιδιαίτερες κοινωνικές λειτουργίες, εκφράσεις και ανάγκες λαών με διαφορετική αισθητική και παράδοση. Εκείνο όμως που έχει μεγάλη σημασία για την αντίληψη, την τεχνική και την τέχνη του εμπειροτέχνη λαϊκού μουσικού όλων των εποχών (και ιδίως στους τόπους όπου συμβίωναν χριστιανοί και μουσουλμάνοι) είναι το γεγονός ότι στην πρακτική άσκηση της τέχνης ως σήμερα βαραίνει η βαθιά συγγένεια των δύο μουσικών συστημάτων και όχι οι φιλοσοφικές τους διαφορές, οι οποίες άλλωστε και κατά κανόνα δεν απασχολούν με άμεσο τρόπο τον λαϊκό τεχνίτη.
Στα παράλια της Μικράς Ασίας και στα απέναντι νησιά, στην Κωνσταντινούπολη, στην Κρήτη, αλλά και μακρύτερα στην Μεσόγειο, Έλληνες, Τούρκοι, Εβραίοι, Αρμένιοι, Άραβες και άλλοι μουσικοί μοιράζονταν για αιώνες ένα πλούσιο μουσικό υλικό διαρκώς μεταβαλλόμενο, μετακινούμενο και προσαρμοζόμενο στις εκάστοτε ανάγκες, περιστάσεις και στις και στις διάφορες παραδόσεις2.
Η αρχή της έρευνας για τη μουσική των λαών είναι συνέπεια της αφύπνισης του εθνικού αισθήματος των λαών κατά τον 19ο αιώνα. Μέχρι τότε δεν είχε τόση σημασία η καταγωγή της τεχνικής ή καλλιτεχνικής ιδιαιτερότητας της λαϊκής μουσικής ή του θεωρητικού συστήματος στο οποίο ανήκε. Οι καλλιτεχνικές και οι θεωρητικές κατακτήσεις διαδίδονταν από τόπο σε τόπο, χωρίς να νοιάζεται κανένας από πού ξεκίνησαν ή σε ποιον ανήκουν. Το αν δηλαδή οι Άραβες γνώρισαν την ελληνική μουσική θεωρία από βυζαντινούς δασκάλους κι αν οι θεωρητικοί και υμνογράφοι της χριστιανικής Εκκλησίας από τον 1ο αιώνα μέχρι και τον 9ο ήταν μουσικοί ελληνικής παιδείας, δεν φαίνεται να γέννησε κανένα «εθνικό» ζήτημα ούτε και να εμπόδισε τον λαϊκό δημιουργό, από την Ασία ως την Ευρώπη, να εκφράσει τα ιδιαίτερα αισθήματα και το χαρακτήρα του κάθε τόπου.
Οι πολιτιστικές όμως αξίες που αποκάλυψε η έρευνα του 19ου αιώνα, μαζί με το εθνικό αίσθημα κέντρισαν την υπερηφάνεια διαφόρων λαών σε τέτοιο βαθμό, ώστε οι εκπρόσωποι κάθε έθνους (στην Ευρώπη κυρίως), αγνοώντας την όποια δυνατότητα συσχετισμού και σύγκρισης, θεώρησαν ότι το υλικό της λαϊκής τέχνης του τόπου τους ήταν αποκλειστικά δικό τους. Τα πιο μικρά μάλιστα και πολιτικώς καταπιεσμένα έθνη βρήκαν στους θησαυρούς αυτούς και μια παρηγοριά, μία ενίσχυση του εθνικού τους αισθήματος. Αλλά, όσο και αν αγνοούσαν την έρευνα της μουσικής των γειτονικών τους λαών, ήταν αδύνατο να παραβλέψουν ότι οι ίδιοι θησαυροί που τους θεωρούσαν αποκλειστικό εθνικό προνόμιο υπήρχαν επίσης και σε κάποια γειτονική χώρα. Αυτό με τη σειρά του γέννησε έριδες, οι οποίες σε κάποιο βαθμό συνεχίζονται ως σήμερα, όχι τόσο πια στο επιστημονικό πεδίο όσο στο πλαίσιο άλλων σκοπιμοτήτων.
Όπως συμβαίνει με τις γλώσσες, έτσι και με τα μουσικά ιδιώματα η αλληλεπίδραση είναι μια απολύτως φυσιολογική διαδικασία, που ούτε βλάπτει τη μια η την άλλη παράδοση ούτε αφορμές για αισθήματα υπεροχής ή μειονεξίας επιτρέπεται να δίνει. Οι αντιδικίες και οι κενές περιεχομένου διεκδικήσεις περί της καταγωγής των διαφόρων μουσικών κατακτήσεων της ανώνυμης λαϊκής δημιουργίας δεν μπορούν σήμερα να σταθούν στα σοβαρά, παρά μόνο ως υλικό προπαγάνδας (ανεπαρκές κι αυτό από μόνο του). Αυτό που μπορούμε να πούμε μα ασφάλεια είναι πως σε όποιον τόπο το λαϊκό τραγούδι ανθεί και ο λαϊκός οργανοπαίχτης δημιουργεί, εκεί καθετί που έρχεται απ’ έξω θα παραλλαχθεί, θα μεταμορφωθεί και θα πάρει τον τοπικό του χαρακτήρα, ανεξάρτητα από την καταγωγή του.
Σήμερα η μικρασιατική λαϊκή μούσα (όπως τουλάχιστον έφθασε ως εμάς με την προφορική παράδοση αλλά και με τις πρώτες ηχητικές καταγραφές των αρχών του 20ου αιώνα) ηχεί στον κοινό ακροατή ως σήμα η ως χρώμα ίδιον της Ανατολής (όπως τουλάχιστον αντιλαμβάνεται τον «ανατολίτικο» μουσικό χαρακτήρα ο σημερινός δυτικός άνθρωπος). Μάλιστα έχει ενδιαφέρον ότι στο χαρακτήρα αυτόν ανταποκρίνονται με κάποιο τρόπο οι περιγραφές που σώζονται σε γραπτές πηγές από την αρχαιότητα. Η μουσική της Ιωνίας ξεχώριζε στην ακοή των αρχαίων για το ιδιαίτερο «ήθος» της. Ο Πλάτων την ονόμαζε «χαλαρά ιαστί αρμονία», γνωστή επίσης και ως «Ιάς» (θυλ. του Ίων) ή «Ιώνιος αρμονία».Ο όρος αυτός περιγράφει ένα μουσικό τρόπο (ήχο) με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, διακριτό από άλλους, αφού τρεις ήταν οι κυρίες ελληνικές «αρμονίες» - δωρική, αιολική και ιωνική – καθεμιά από τις οποίες «απηχούσε» τα ιδιαίτερα φυλετικά χαρακτηριστικά. Η «χαλαρά ιαστί αρμονία» περιγράφεται στον Αριστοτέλη (Πολιτ. Η’, 5, 9, και 7, 8) ως συναισθηματική, παθητική και οργιαστική αλλά και εμπνευσμένη ή ένθεη.
Αναφέρουμε τέλος κάτι, ίσως όχι τόσο γνωστό, ότι δηλαδή η λαϊκή μούσα της Μικράς Ασίας, το «ανατολίτικο» χρώμα ήταν γνωστό στην Ελλάδα (στην Αθήνα τουλάχιστον) πολύ πριν διαδοθεί από τους πρόσφυγες και τη δισκογραφία του μεσοπολέμου. Πολλά χρόνια νωρίτερα η «εύμολπος μούσα της ελληνικής Ανατολής» ήταν αρκετά δημοφιλής, αν κρίνουμε από την άνθηση των νυκτερινών κέντρων διασκεδάσεως στις παρυφές του αθηναϊκού άστεως.
«Επί της Ιεράς Οδού, κάτωθεν της Αγίας Τριάδος, ενώ φέρεται τις δια νυκτός φεύγων, ή του Φαλήρου τους κινδύνους, ή τον θόρυβον του άλλοτε ειρηνικού τας όχθας Ιλισσού, ακούει αίφνης μακρόθεν άσματα ανατολικά. Ακούει φωνήν μετά πάθους, από βαθυτάτων σπλάχνων τη συμφωνία μετά του λάρυγγος εξερχομένην…»
Ο χρονογράφος αναφέρεται σε ένα από τα κέντρα με μουσική της ελληνικής Ανατολής, το υπαίθριο κέντρο «Πανανθών», έναν φωτισμένο κήπο στο Φάληρο, και δεν παραλείπει να περιγράψει τόσο το ακροατήριο όσο και τους μουσικούς.
Ποιός είναι αυτός ο κόσμος;
Είναι κόσμος αισθανόμενος αλλόκοτον τέρψιν, εισί και οικοδέσποιναι καλαί, κλίνουσαι εις την παλάμην κεφαλήν ρεμβάζουσαν, αντηχούσης της αιολικής μουσικής, εισί νωχελείς νοικοκυραίοι δρέποντες της εργασίας των τους γλυκείς καρπούς, εισίν υπαξιωματικοί γενναίοι και ιππόται, εισί κοράσια ελθόντα μετά πολυαρίθμου συνοδείας· και δια μέσου όλων αστραπηδόν διέρχονται υπηρετούσαι τρεις κερκυραίαι ιταλίδες, παράδοξον κράμα γλώσσης λαλούσαι και καλούμεναι Αντωνίνα, Τερεζίνα, Αιμιλία…
Ο κόσμος ούτος έχει προς εν μέρος εστραμμένα τα βλέμματα. Είναι τούτο παράπηγμα επί οκτώ λεπτών ποδών ιστάμενον εν μέτρον από του εδάφους, άνωθεν δια σανίδων κεκαλυμμένον και με δύο εκατέρωθεν φανάρια. Τούτο σκεπάζει τους μουσικούς φεσοφόρους, μελανομύστακας, ζωηρούς, πεποιθότας ότι συγκινούσι, ποιητικώς διατεθειμένους και απαιτούντας εν μόνον: καλούς εκτιμητάς της αξίας των, διότι οσημέραι αραιούνται οι τάξεις των καλών τούτων εκτιμητών, διαρθειρομένης της κοινωνίας. Ιδού λοιπόν, παίζουσιν εκλεκτόν τεμάχιον κατά τον διάσημον της Σμύρνης άλλοτε μουσικόν Μπινέταν. Ιδού τα δύο τοξάρια των δύο βιολιών συγχρόνως ανεβοκατεβαίνουν, το σαντούριον στενάζει υπό την ταχείαν και επανειλημμένην κρούσιν, το λαούτον αγωνίζεται και ενδόξως παρακολουθεί τας υψίστας και παθητικοτέρας φωνάς του πρώτου βιολιού. Ο τούτο κρούων καλείται Πανανός Βογιατζής, διακεκριμένος εκ Σμύρνης μουσικός, πολλάς ιδών πανηγύρεις και πολλών την ευθυμίαν μελετήσας, όλως δε αφοσιωμένος εις την τέχνην του. Άνευ του βιολίου του , είναι μηδέν. Αυτός και το βιολίον του αποτελούσι τον γνωστόν Πανανόν Βογιατζήν…
Εφημερίς, 17 Ιουνίου 1874
Τα αθηναϊκά κέντρα όπως αυτό, τα γνωστά και ως «σαντουράκια», με τους ανατολίτες μουσικούς και τραγουδιστές, άρχισαν να παρακμάζουν μετά το 1890 καθώς το φιλόμουσο αθηναϊκό κοινό τα εγκατέλειψε. Αφού πρώτα αποσύρθηκαν προς τον Πειραιά, έπειτα εσίγησαν για πολύ καιρό καθώς την Ιωνική Μούσα παρέσυρε μια νέα μόδα, η «Αθηναϊκή Επιθεώρηση» που ερχόταν από την Ευρώπη και που γνώρισε πρωτοφανή ακμή και λάμψη στο διάστημα από το 1894 μέχρι το 1922, όταν τα σαντουράκια εμφανίστηκαν και πάλι, αυτή τη φορά όμως ως τραγικοί θρηνωδοί, εκπρόσωποι όχι πλέον μιας μόδας, αλλά μιας συμφοράς.
1 Η αφετηρία του νεότερου αραβικού πολιτισμού βρίσκεται στις αρχές του 8ου μ.Χ. αιώνα, όταν με τους κατακτητικούς πολέμους τους οι Άραβες είχαν επεκταθεί πέραν των Πυρηναίων. Αναζητώντας τις βάσεις πάνω στις οποίες θα μπορούσε να οικοδομηθεί πολιτισμός ανάλογος προς το μέγεθος των κατακτήσεών τους, στράφηκαν προς τα έργα του αρχαίου ελληνικού πνεύματος, και με την βοήθεια διαφόρων ελληνομαθών, όπως οι Ιουδαίοι και οι Νεστοριανοί (οι οποίοι είχαν καταφύγει στην Περσία μετά την καταδίκη της αίρεσης του Νεστορίου από την Γ’ Οικουμενική Σύνοδο το 431), άρχισαν να μεταφράζουν τους κυριότερους αρχαίους έλληνες φιλοσόφους. Οι ιστορικοί αναφέρουν ότι ολόκληρες σειρές (καραβάνια) από καμήλες περνούσαν κάθε μέρα τις πύλες της Βαγδάτης, πρωτεύουσας των Αράβων μεταφέροντας φορτία από χειρόγραφα βιβλία που είχαν μεταφραστεί από τα ελληνικά. Η ελληνική φιλοσοφία έδωσε τεράστια ώθηση στην εξέλιξη των Αράβων, των οποίων οι ερευνητές και οι λόγιοι επιδόθηκαν σε μελέτες σε όλους τους κλάδους της μάθησης, θέτοντας τις βάσεις της νεότερης επιστήμης ολόκληρους αιώνες πριν ξυπνήσει η Ευρώπη από τον πνευματικό της λήθαργο. Πριν από χίλια και πλέον χρόνια ο Αραβοπέρσης σοφός Αμπού Νασρ Αλφαραμπί έγραψε το έργο του Περί Πολιτικής Επιστήμης, ενώ ο Αμπού Βεκρ Ινρ-Σακαριγιά, γνωστός από τα συγγράμματά του στην Ευρώπη με το όνομα «Ραζής» (932μ.χ.) είναι αυτός που ανεκάλυψε το θειικό οξύ, ενώ θεωρείται ο πρώτος που μύησε τους Ευρωπαίους στην παθολογία. Έγραψε διακόσιες επιστημονικές πραγματείες, που πολλές μεταφράστηκαν στην Ευρώπη μετά την Αναγέννηση. Ήταν αρχίατρος του κρατικού νοσοκομείου της Βαγδάτης την εποχή που η Ευρώπη διέθετε ως μόνα μέσα θεραπείας το λείψανα των αγίων.
2 Πολύ διαφωτιστικό σχετικό υλικό παρέχει και η μουσική των τραγουδιών που σώζει η παράδοση των Ισπανόφωνων Εβραίων στις χώρες της Ανατολικής Μεσογείου και στα Βαλκάνια. Η διασπορά των εβραϊκών πληθυσμών της Ισπανίας, που άρχισε στα μέσα του 15ου αιώνα και συνεχίστηκε για δύο ακόμα αιώνες, ήταν από γεωγραφική άποψη πολύ μεγάλη, αφού η έκταση της καλύπτει όλες σχεδόν τις χώρες της Μεσογείου. Ιδιαιτέρως οι πληθυσμοί που εγκαταστάθηκαν στην Σμύρνη, στη Ρόδο, στη Θεσσαλονίκη, στη Σόφια και στο Σεράγεβο καλλιέργησαν μια μουσική παράδοση που αφομοίωσε στοιχεία των τόπων αυτών σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα το μόνο στοιχείο που τη διακρίνει από κάθε τοπική παράδοση είναι η ισπανική γλώσσα.
Γιώργος Ε. Παπαδάκης (2005)
Συντελεστές
Συντελεστές παραγωγής
- Δόμνα Σαμίου (Έρευνα, Επιλογή, Μουσική επιμέλεια),
- Δάφνη Τζαφέρη (Διεύθυνση παραγωγής),
- Τασία Παπανικολάου (Βοηθός παραγωγής)
Συντελεστές εντύπου
- Γιώργος E. Παπαδάκης (Κείμενα),
- Μιχάλης Ελευθερίου (Αγγλική μετάφραση)
Τραγούδι
- Δόμνα Σαμίου (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Παραπονιάρικό μου, Καλογριά μαγέρευε, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Η νύφη μας είν' όμορφη),
- Γλυκερία (Στείλε με μάνα για νερό),
- Ζαχαρίας Καρούνης (Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Γιαννούλα),
- Κατερίνα Παπαδοπούλου (Από τα μπεντένια πέφτω, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Γιαννούλα),
- Ηλίας Υφαντίδης (Ξένε μ’ ξενιτεμένε)
Χορωδία
- Ελληνική Βυζαντινή Χορωδία (Τω Θεώ τω ποιήσαντι…, Μεθ’ ημών ο Θεός),
- Χορωδία του Καλλιτεχνικού Συλλόγου Δημοτικής Μουσικής Δόμνα Σαμίου (Πέρσι το καλοκαιράκι, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα)
Κλαρίνο
- Θοδωρής Γεωργόπουλος (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Καλογριά μαγέρευε, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Στείλε με μάνα για νερό, Σηλυβριανό συρτό, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Από τα μπεντένια πέφτω, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Αγγείον
Βιολί
- Νίκος Οικονομίδης (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Καλογριά μαγέρευε, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Σηλυβριανό συρτό, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Από τα μπεντένια πέφτω, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Πολίτικη λύρα
Λύρα Πόντου
Κανονάκι
- Πάνος Δημητρακόπουλος (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Καλογριά μαγέρευε, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Σηλυβριανό συρτό, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Από τα μπεντένια πέφτω, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Τοξωτός ταμπουράς
- Ευγένιος Βούλγαρης (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Αυτοσχεδιασμός με τοξωτό ταμπουρά, Καλογριά μαγέρευε)
Λάφτα
- Σωκράτης Σινόπουλος (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Σηλυβριανό συρτό, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Σάζι
- Ευγένιος Βούλγαρης (Πέρσι το καλοκαιράκι, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Σηλυβριανό συρτό, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Από τα μπεντένια πέφτω, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Χορός μαντηλιών, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Ούτι
- Κυριάκος Ταπάκης (Τα παλαιά μου βάσανα, Καλογριά μαγέρευε, Πάγω στης Προύσας τα βουνά, Από τα μπεντένια πέφτω, Χορός μαντηλιών)
Λαούτο
- Κυριάκος Ταπάκης (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Σηλυβριανό συρτό, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Νταούλι
Τουμπελέκι
- Βαγγέλης Καρίπης (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Πέρσι το καλοκαιράκι, Σηλυβριανό συρτό, Από τα μπεντένια πέφτω),
- Ανδρέας Παππάς (Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς)
Μπεϊντίρ
- Βαγγέλης Καρίπης (Τα παλαιά μου βάσανα, Μες στης Πόλης τ' αργαστήρια, Παραπονιάρικό μου, Καλογριά μαγέρευε, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη, Χορός μαντηλιών),
- Ανδρέας Παππάς (Όλα μου τα παράτησα, Τι έχεις Θεονίτσα, Τα παλαιά μου βάσανα, Καλογριά μαγέρευε, Άσπρα φορείς, Αν θέλεις για να παντρευτείς, Από τα μπεντένια πέφτω, Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη)
Ντέφι
- Δόμνα Σαμίου (Η νύφη μας είν' όμορφη),
- Βαγγέλης Καρίπης (Τσιφτετέλι, Στείλε με μάνα για νερό, Άσπρα φορείς, Μαύρα μάτια κι αν θελήσω, Γιαννούλα, Χασάπικο Αρετσούς),
- Ανδρέας Παππάς (Πέρσι το καλοκαιράκι, Σηλυβριανό συρτό)
Κουτάλια
- Βαγγέλης Καρίπης (Πάγω στης Προύσας τα βουνά),
- Κατερίνα Παπαδοπούλου (Μάνα μ’ ήρτεν η άνοιξη),
- Ανδρέας Παππάς (Χορός μαντηλιών)
Πληροφορητής
- Κυριακή Γκιουλμπαξιώτη (Τα παλαιά μου βάσανα),
- Νίκος Καραγεωργίου (Αν θέλεις για να παντρευτείς),
- Αντώνης Μαρμαρινός (Άσπρα φορείς),
- Γαρυφαλιά Σαρρή (Τα παλαιά μου βάσανα),
- Ελένη Στρατουδάκη-Λαζοπούλου (Πάγω στης Προύσας τα βουνά)